Κυπριακό

Κυπριακό

Το Κυπριακό, ως ζήτημα φυσικής και εθνικής επιβίωσης του Κυπριακού Ελληνισμού, είναι υπόθεση όλων. Και είναι καθολικά παραδεκτό και αποδεκτό πως οι ώμοι κανενός, είτε Προέδρου της Δημοκρατίας είτε πολιτικού αρχηγού και μόνον δεν είναι δυνατό να σηκώσουν το βάρος και να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τη διαχείριση του εθνικού μας προβλήματος.

Για τούτο και απαιτείται συλλογική διαχείριση του κυπριακού στη βάση μιας ολοκληρωμένης διεκδικητικής στρατηγικής.

Προς τούτο εισηγούμαστε:

Εθνικό Συμβούλιο εν ολομέλεια

Το Εθνικό Συμβούλιο, ως συμβουλευτικό σώμα, θα αξιοποιείται για σκοπούς σύνθεσης και σύγκλισης απόψεων, μετά από ελεύθερο προβληματισμό και συζήτηση μεταξύ των μελών του. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου είναι η διασφάλιση της εμπιστευτικότητας.

Το Εθνικό Συμβούλιο με την παραδοσιακή του σύνθεση θα συνέρχεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα ή εκτάκτως εάν τούτο κρίνεται αναγκαίο είτε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είτε από το Συμβούλιο Αρχηγών. Ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου ή οι κοινές θέσεις κομμάτων που εκπροσωπούν την συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος σε ποσοστό 75% με βάση τα αποτελέσματα των τελευταίων  βουλευτικών εκλογών θα θεωρούνται δεσμευτικές για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Θα συσταθούν υποεπιτροπές του Εθνικού Συμβουλίου οι οποίες με την συμβολή και εμπειρογνωμόνων που θα πλαισιώνουν τον συνομιλητή ή/και μελών της διαπραγματευτικής ομάδας θα ετοιμάζουν εισηγήσεις προς το Εθνικό Συμβούλιο για το κάθε ένα από τα υπό διαπραγμάτευση κεφάλαια.

Σύσταση Συμβουλίου Αρχηγών

Να συσταθεί Συμβούλιο Αρχηγών των εν τη Βουλή Κομμάτων, που θα ευρίσκεται σε διαρκή σύνοδο και θα ενημερώνεται ανελλιπώς τόσο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όσο και από το συνομιλητή για την πρόοδο του εν εξελίξει διαλόγου επί του Κυπριακού Προβλήματος. Καθιερώνεται η προδιαβούλευση ώστε οποιαδήποτε πρόταση θα κατατίθεται να είναι προϊόν του διαλόγου μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας, του συνομιλητή και των Αρχηγών των κομμάτων.

Συνομιλητής

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παύει να είναι ο κατά αποκλειστικότητα συνομιλητής της Ελληνοκυπριακής πλευράς. Αντί τούτου και σε συνεννόηση με το Συμβούλιο Αρχηγών, ο Πρόεδρος θα διορίσει πρόσωπο εγνωσμένου πολιτικού και νομικού κύρους που θα πλαισιούται από ισχυρή διαπραγματευτική ομάδα στην οποία θα συμπεριλαμβάνονται εμπειρογνώμονες ανάλογα με το υπό διαπραγμάτευση κεφάλαιο. Ο συνομιλητής θα είναι υπόλογος στον Πρόεδρο και στο Συμβούλιο Αρχηγών ή/και στο Εθνικό Συμβούλιο και θα παρακάθεται στις συνεδριάσεις τους.

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Αρχηγός της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας θα συναντάται όταν τούτο κρίνεται επιβεβλημένο με τον Αρχηγό της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας. Πριν από μια ανάλογη συνάντηση θα λαμβάνεται υπόψη η εισήγηση του συνομιλητή και η γνώμη του Συμβουλίου Αρχηγών.

Σύσταση ομάδων εργασίας κατά κεφάλαιο διαπραγμάτευσης

Ο συνομιλητής θα υποστηρίζεται από ομάδες εργασίας επί εκάστου διαπραγματευτικού κεφαλαίου. Τα μέλη των ομάδων εργασίας θα ορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε συνεννόηση με τον συνομιλητή και το Συμβούλιο Αρχηγών.

Οι ομάδες θα προεδρεύονται από ένα μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας και σε αυτές θα συμμετέχουν εμπειρογνώμονες που είναι καθ΄ ύλην γνώστες του αντικειμένου. Ο Πρόεδρος εκάστης ομάδας θα ενημερώνει και θα διαβουλεύεται με την αντίστοιχη υποεπιτροπή του Εθνικού Συμβουλίου.

Συνολικό πλαίσιο προτάσεων για λύση

Προς διασφάλιση της από κοινού διαχείρισης του εθνικού μας θέματος επιβάλλεται η επεξεργασία και ο καταρτισμός με συλλογικό τρόπο ενός συνολικού πλαισίου προτάσεων για λύση λειτουργική και βιώσιμη που να απαλλάσσει την Κύπρο από την Τουρκική κατοχή και τον εποικισμό και να την επανενώνει. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να βασίζεται στο γεγονός ότι το κυπριακό είναι κατ’ εξοχήν πρόβλημα ξένης εισβολής, συνεχιζόμενης κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Πρέπει επίσης να βασίζεται :

 I.    Στις αποφάσεις του ΟΗΕ και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας επί του Κυπριακού.

 II.   Στις Συμφωνίες Κορυφής του 1977 και 1979.

 III.  Στην απόφαση του κυπριακού ελληνισμού για απόρριψη του σχεδίου Ανάν.

 IV.   Στα δεδομένα όπως διαμορφώνονται μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο  Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

 V.    Στην συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006.

 VI.  Στις ομόφωνες αποφάσεις  του Εθνικού Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2009.

 VII. Στον αναβαθμισμένο γεωστρατηγικό ρόλο της Κύπρου όπως διαμορφώθηκε μετά την ανεύρεση υδρογονανθράκων.

VII.  Στις αποφάσεις Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (ΕΔΑΔ, ΔΕΚ).

    Η ετοιμασία ενός πλαισίου προτάσεων για λύση του κυπριακού  θα άρει οριστικά τις όποιες ανησυχίες πως είτε κάποιοι θα επαναφέρουν σχέδια ή προτάσεις που απορρίφθηκαν από  το λαό είτε πως κάποιοι άλλοι δεν επιθυμούν λύση.

    Ταυτόχρονα ένα ανάλογο πλαίσιο θα δώσει τη δυνατότητα στην Ελληνοκυπριακή πλευρά να προβάλει με πειστικότητα την επιθυμία της για λύση ενώ την ίδια ώρα μέσα από τις προτάσεις θα ανακαλούνται και ανεπιθύμητες δεσμεύσεις του παρελθόντος.

    Επιβάλλεται πριν από την έναρξη ενός νέου κύκλου συνομιλιών η αξιολόγηση των προτάσεων που υποβλήθηκαν μέχρι τώρα στα πλαίσια του ενδοκυπριακού διαλόγου. Προτάσεις και προσφορές που υποβλήθηκαν κατά τον τελευταίο κύκλο συνομιλιών από την πλευρά μας ή και συγκλίσεις που υπήρξαν κατά τη διάρκεια των συνομιλιών και βρίσκονται σε πλήρη δυσαρμονία με το καλώς νοούμενο συμφέρον του λαού και τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες και απορρίπτονται από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων και της ηγεσίας τους να αποσυρθούν.  (Εκ περιτροπής προεδρία, παραμονή 50.000 εποίκων, προτάσεις για περιουσιακό, πρόταση για τις τέσσερις ελευθερίες στους Τούρκους υπηκόους που αποτυπώνονται στις συγκλίσεις και στο «Περίγραμμα Λύσης»).

    Χαρακτηριστικά λύσης

    Τα χαρακτηριστικά στοιχεία της μορφής λύσης που έχουμε δεχθεί ως ιστορικό συμβιβασμό, θα πρέπει να συνάδει με τις πιο κάτω αρχές:

    (1)  Η λύση πρέπει να συνάδει με το διεθνές δίκαιο, τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, το κοινοτικό δίκαιο, καθώς και με τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Να επιτρέπει και να διευκολύνει την αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου σε όλη την Κύπρο, χωρίς μόνιμες παρεκκλίσεις που θα καθιστούσαν τους κύπριους πολίτες ευρωπαίους πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

    (2)  Το κυπριακό κράτος πρέπει να έχει μία και μόνη κυριαρχία, διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια και να είναι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η λύση πρέπει να κατοχυρώνει την ενότητα κράτους, λαού, θεσμών και οικονομίας.

    (3)  Η λύση θα πρέπει να ακυρώνει τα κατοχικά δεδομένα, να ανατρέπει τη διαίρεση και να επιτρέπει στους κύπριους πολίτες, ανεξάρτητα από εθνικότητα και θρησκεία, να συμβιώσουν χωρίς φυλετικούς και ρατσιστικούς διαχωρισμούς σε μια κοινή ευημερούσα πατρίδα υπό καθεστώς ισονομίας και ισοπολιτείας.

    (4)  Η λύση πρέπει να προνοεί την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων. Ο εποικισμός είναι έγκλημα πολέμου και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται.

    (5)  Πριν από την λύση να διενεργηθεί απογραφή πληθυσμού από αξιόπιστο διεθνή οργανισμό.

    (6)  Η συμμετοχή της Κύπρου στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επαρκές πλαίσιο εγγυήσεων. Οι αναχρονιστικές εγγυήσεις του 1960 θα πρέπει να καταργηθούν.

    (7)  Η αποκατάσταση των βασικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος των προσφύγων για επιστροφή στα σπίτια και τις περιουσίες τους, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λύση. Η λύση πρέπει να αναγνωρίζει και να κατοχυρώνει το δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων σύμφωνα με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Το ίδιο ισχύει και για το ατομικό δικαίωμα της ελεύθερης απόλαυσης της περιουσίας. Οποιαδήποτε πρακτική διευθέτηση του προσφυγικού και του περιουσιακού θα πρέπει να είναι καθόλα συμβατή με τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο νόμιμος ιδιοκτήτης δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας πρέπει να έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την περιουσία του.

    (8)  Η παρουσία των βρετανικών βάσεων συνιστά αποικιοκρατικό κατάλοιπο με βάση τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και πρέπει να καταργηθούν.

    (9)  Η λύση να δίνει στο κράτος την εξουσία για την άσκηση πλήρους και αποκλειστικού ελέγχου, ως απόρροια της κυριαρχίας του, στον εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα, την περιοχή έρευνας και διάσωσης και στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), χωρίς να παραχωρούνται τέτοιες εξουσίες και δικαιώματα σε ξένα κράτη.

    (10) Η λύση πρέπει να είναι προϊόν συμφωνίας και όχι αποτέλεσμα επιβολής εκ των έξω. Μόνο μια τέτοια συμφωνία μπορεί να παραπεμφθεί σε δημοψήφισμα. Αποκλείεται η όποια μορφή επιδιαιτησίας, καθώς και η επιβολή χρονοδιαγραμμάτων. Απορρίπτεται και αποκλείεται επίσης η όποια μορφή λύσης που οδηγεί στη νομιμοποίηση του status quo ή σε λύση δύο χωριστών κρατών.       

    Το σχέδιο Ανάν, η φιλοσοφία του, η αρχιτεκτονική του και οι αρχές του απορρίφθηκαν από τη συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού, επειδή ο λαός έκρινε ότι συγκρούεται με τις αρχές μιας λειτουργικής, βιώσιμης και δίκαιης λύσης. Συνεπώς η επαναφορά του ίδιου σχεδίου στο σύνολο του ή με φραστικές ή διακοσμητικές αλλαγές είτε η διαμόρφωση ενός νέου σχεδίου που θα είναι παραλλαγή του σχεδίου Ανάν, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτή.

    Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν από την συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού λαού στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 δεσμεύει την ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία στο σύνολό της ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διαφορετική θέση  τηρήθηκε στο δημοψήφισμα.

    Νέος κύκλος συνομιλιών

    Η σημερινή μορφή των συνομιλιών έχει αποτύχει. Γι’ αυτό προ της εμπλοκής στον οποιοδήποτε διάλογο προς επίλυση του κυπριακού, η ολομέλεια του Εθνικού Συμβουλίου, αφού μελετήσει όλες τις παραμέτρους, θα έχει καθοριστικό ρόλο στην απόφαση για την όποια νέα διαδικασία η οποία θα πρέπει να διασφαλίζει την ενεργό  εμπλοκή της Ε.Ε. και να καθιστά την κατοχική δύναμη υπόλογη για τις όποιες προτάσεις θα καταθέτει η άλλη πλευρά.

    Οποιαδήποτε νέα διαδικασία, που οπωσδήποτε δεν θα έχει την μορφή διεθνούς ή πολυμερούς διάσκεψης, θα πρέπει να πληροί τουλάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

     (α)      Η όλη διαδικασία θα παραμείνει υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και θα διεξάγεται με βάση τις αποφάσεις και εντολές του Συμβουλίου Ασφαλείας.

    (β)    Προ της έναρξης του νέου κύκλου συνομιλιών θα πρέπει να συμφωνηθεί με σαφήνεια η βάση των διαπραγματεύσεων και πώς το καθεστώς που θα προκύψει θα διασφαλίζει πλήρως τη μια και μόνη διεθνή προσωπικότητα, τη μια και μόνη κυριαρχία και την μια και μόνη ιθαγένεια της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και την μετεξέλιξη της σε ομοσπονδιακό κράτος. Πρόσθετα να διευκρινίζεται πως η πολιτική ισότητα δεν συνεπάγεται αριθμητική ισότητα ή ισότητα κατανομής πόρων, αλλά η ισότητα που προβλέπεται στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η προϋπόθεση αυτή είναι άκρως αναγκαία προς αποφυγή άσκοπων συζητήσεων και προτάσεων στα επιμέρους διαπραγματευτικά κεφάλαια.

    (γ)        Δεν θα τεθούν ή επιβληθούν δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα για την κατάληξη σε λύση.

    (δ)       Δεν θα ασκηθεί οποιασδήποτε μορφής επιδιαιτησία.

    (ε)        Η εμπλοκή της Ε.Ε. θα είναι ουσιαστική με τον εκπρόσωπο της Ένωσης να θεωρείται ενεργό μέλος του διαλόγου.

    (στ)      Η εκπροσώπηση  της Ε.Ε. θα είναι υψηλού επιπέδου από προσωπικότητα ευρωπαϊκού κύρους, η οποία θα διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

    (ζ)        Οι διαπραγματεύσεις θα στοχεύουν στην εξεύρεση λύσης που θα οδηγεί τελικά σε ένα ισότιμο, σύγχρονο, βιώσιμο και λειτουργικό ευρωπαϊκό κράτος.

    (η)       Η λύση θα πρέπει να είναι προϊόν διαλόγου και όχι αποτέλεσμα  έξωθεν επιβολής και η αποδοχή της θα πρέπει να επισφραγίζεται από το λαό δια δημοψηφισμάτων.

    Διεθνής Διάσκεψη

    Διεθνής Διάσκεψη με την συμμετοχή του Γ.Γ. του ΟΗΕ, των μονίμων μελών του ΣΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δύο κοινοτήτων που θα απασχοληθεί με τις εξωτερικές πτυχές του Κυπριακού προβλήματος, θα μπορεί να συγκληθεί μόνον μετά από σύμφωνη γνώμη της Ελληνοκυπριακής πλευράς και  εφόσον υπάρξει συμφωνία επί όλων των εσωτερικών πτυχών του προβλήματος, σύμφωνα με την απόφαση 2026/2011 του Συμβουλίου Ασφαλείας.

    Επαναπροσδιορισμός της εξωτερικής μας πολιτικής

    Προτείνουμε την χάραξη μιας αξιόπιστης και ολοκληρωμένης στρατηγικής που να λαμβάνει υπόψη το διεθνές περιβάλλον, να αξιοποιεί καλύτερα  τη συμμετοχή της Κύπρου στην Ε.Ε και να εκμεταλλεύεται το νέο γεωστρατηγικό της ρόλο. Πιο συγκεκριμένα προτείνουμε μεταξύ άλλων:

    • Την αξιόπιστη, ισότιμη και συνεπή συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε όλους τους πυλώνες, πολιτικές και πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμπεριλαμβανομένης της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Άμυνας της Ε.Ε. Επιδίωξη συμμετοχής στην ζώνη του Σέγκεν.

    • Την υποβολή αίτησης για  ένταξη της Κύπρου στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη.

    • Οικοδόμηση σχέσεων με το ΝΑΤΟ,  μη αποκλειομένης της  υποβολής αίτησης για ένταξη μας σε αυτό,  εφόσον συναινεί η πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων.

    • Την επιδίωξη συμμαχιών με χώρες που ασκούν επιρροή στην Τουρκία

    • Την εμβάθυνση σχέσεων με γειτονικές χώρες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε σημαντικά κέντρα αποφάσεων όπως είναι πρώτιστα το Ισραήλ, αλλά και την διατήρηση και περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων με άλλες γειτονικές χώρες και γενικότερα με τον αραβικό κόσμο.

    • Επιδίωξη ενεργότερης εμπλοκής της Ρωσίας, της Κίνας και της Γαλλίας στο κυπριακό ούτως ώστε και τα πέντε μόνιμα Μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να έχουν ίδιο λόγο και ρόλο.

    • Την αξιοποίηση του γεωστρατηγικού ρόλου που αποκτά η Κύπρος ως ευρωπαϊκό ενεργειακό κέντρο και όχι μόνον.

    Επιπρόσθετα κατά το νέο κύκλο των συνομιλιών θα πρέπει να επιδιωχθεί μέσω του ευρωπαϊκού και διεθνούς παράγοντα η ανάληψη από την Τουρκία, ως κατοχικής δύναμης, της αποκλειστικής ευθύνης και υποχρέωσης για εξεύρεση λειτουργικής και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού προβλήματος. Προς το σκοπό αυτό θα αξιοποιηθούν οι αποφάσεις της Ε.Ε. για αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία και θα επιδιωχθεί η δημιουργία υψηλού πολιτικού κόστους για την Άγκυρα  καθιστώντας τον στρατηγικό της στόχο για ένταξη ή σύναψη προνομιακής σχέσης με την Ε.Ε. ανέφικτο αν δεν προηγηθεί συμφωνημένη λύση του κυπριακού.

    Οι κινήσεις αυτές θα επιτρέψουν την οικοδόμηση συμμαχιών και τη διασύνδεση των συμφερόντων ισχυρών κρατών με την εξυπηρέτηση των δικών μας εθνικών συμφερόντων. Ο επαναπροσδιορισμός της εξωτερικής μας πολιτικής δεν θα παραγνωρίζει τις μέχρι σήμερα άριστες σχέσεις με σημαντικά κράτη όπως τη Ρωσία και δεν θα διαταράσσει τις σχέσεις με άλλες παραδοσιακά φιλικές χώρες.

    Θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ η ουσιαστική αξιοποίηση  της κοινοβουλευτικής διπλωματίας αλλά και των σχέσεων που διατηρούν τα κόμματα του τόπου με πολιτικές ομάδες στην Ευρώπη και όχι μόνον. Ευρύτερη επιδίωξη της νέας στρατηγικής να τεθεί η Τουρκία ενώπιον των ευθυνών της.